πρόφασις


πρόφασις
ἡ πρόφασις, εως ['проявленное'] 1. (только) предлог, повод, отговорка; 2. повод-причина

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πρόφασις" в других словарях:

  • πρόφασις — motive fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσις — προφάσῑς , πρόφασις motive fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσει — πρόφασις motive fem nom/voc/acc dual (attic epic ionic) προφάσεϊ , πρόφασις motive fem dat sg (epic ionic) πρόφασις motive fem dat sg (attic ionic) προφά̱σει , προφάω shine forth aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) προφά̱σει , προφάω shine… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσεις — πρόφασις motive fem nom/voc pl (attic epic ionic) πρόφασις motive fem nom/acc pl (attic ionic) προφά̱σεις , προφάω shine forth aor subj act 2nd sg (epic doric aeolic) προφά̱σεις , προφάω shine forth fut ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφασίων — πρόφασις motive fem gen pl (epic doric ionic aeolic) προφᾱσίων , προφάω shine forth fut part act masc nom sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσεσι — πρόφασις motive fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσεσιν — πρόφασις motive fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσιας — πρόφασις motive fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσιες — πρόφασις motive fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάσιος — πρόφασις motive fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόφασιν — πρόφασις motive fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)